14 Ιανουαρίου, 2026

Ακρίβεια: Βαριές ευθύνες της κυβέρνησης -Η Ελλάδα αναδείχθηκε «πρωταθλήτρια» στο κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς στην Ευρώπη

Σχετικά άρθρα

Κοινοποίηση

Ακρίβεια: Ζητήματα λειτουργίας της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και κεντρικών πολιτικών επιλογών αναδεικνύουν οι συνεχόμενες «πρωτιές» στο ακριβό ρεύμα της χώρας μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μάλιστα σε μια περίοδο που εμφανίζονται τάσεις αποκλιμάκωσης τιμών.

Και χθες η Ελλάδα αναδείχθηκε “πρωταθλήτρια” στο κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς στην Ευρώπη (επί συνόλου 25 χωρών) με τιμή στα 205,4 ευρώ/μεγαβατώρα. Μάλιστα, μαζί με τη δεύτερη Ιταλία, που είχε τιμή στα 201,37 ευρώ, ήταν οι μοναδικές χώρες που οι τιμές τους ξεπερνούσαν τα 200 ευρώ, καθώς στις υπόλοιπες 23 χώρες διαμορφώνονταν από 73,27 έως 184,26 ευρώ… Η δε τιμή του φυσικού αερίου στις ευρωπαϊκές αγορές (ολλανδική πλατφόρμα TTF) διαμορφωνόταν κοντά στα 71 ευρώ/μεγαβατώρα. Ακόμα και προχθές (17.2), όταν μετά από πολύ καιρό η τιμή έπεσε κάτω από τα 200 ευρώ (198,57 ευρώ), η χώρα μας είχε και πάλι την πρωτιά με το υψηλότερο ημερήσιο κόστος.

Ξανά οι σταθεροί ισχυρισμοί της κυβέρνησης περί αποκλειστικά διεθνούς και “εισαγόμενης” κρίσης καταρρίπτονται, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι κάτι συμβαίνει και εντός των τειχών.

Προφανώς έχει αντίκτυπο η διεθνής συγκυρία στη διαμόρφωση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας, όμως ακόμα κι αυτή η αρνητική επίδραση στη χώρα μας συνδέεται άμεσα με τις εθνικές πολιτικές επιλογές (τεράστια ενίσχυση του εισαγόμενου φυσικού αερίου, εσπευσμένο-βίαιο κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων, ΔΕΗ κ.τ.λ.).

Συνθήκες… εσωτερικού

Οι ενδογενείς παράγοντες που ασκούν επιπλέον πίεση στις τιμές επιβαρύνοντας όλους τους καταναλωτές συμπυκνώνονται στην ίδια τη λειτουργία της αγοράς, στον ρόλο της ΔΕΗ και στην εγκατάλειψη της λιγνιτικής παραγωγής όπως-όπως, που συνδέονται άρρηκτα με την κυβερνητική πολιτική.

Παρατηρείται το φαινόμενο οι μέσες τιμές χονδρικής να διαμορφώνονται συστηματικά σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από το κόστος παραγωγής.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την εβδομάδα 31.1.2022-6.2.2022, με το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής να αναλύεται ως εξής:

– 29% από ΑΠΕ, με μέσο κόστος της τάξης των 100 ευρώ/μεγαβατώρα.

– 4% από μεγάλα υδροηλεκτρικά, με πρακτικά μηδενικό κόστος.

– 14% από λιγνίτη, με μέσο μεταβλητό κόστος 140 ευρώ.

– 40% από φυσικό αέριο, με μέσο κόστος της τάξης των 220 ευρώ.

– 13% εισαγωγές, με μέσο κόστος 200 ευρώ/μεγαβατώρα.

Προσθέτοντας τα παραπάνω, προκύπτει μέσο κόστος 162,6 ευρώ/μεγαβατώρα τη συγκεκριμένη εβδομάδα, όμως η μέση χονδρική τιμή διαμορφώθηκε σε 230,94 ευρώ, δηλαδή υψηλότερη κατά 42% από το μέσο κόστος (ενώ η μέγιστη τιμή έφτασε έως και 305,59 ευρώ). Τι συμβαίνει και πώς ελέγχονται τα κόστη αυτά;

Είναι γνωστό ότι η χρηματιστηριακή αγορά χονδρικής είναι “ρηχή”, καθώς ο ανταγωνισμός έγκειται σε τέσσερις παραγωγούς-καθετοποιημένους παίκτες (τη ΔΕΗ και τρεις ιδιώτες). Ακόμα και ένας εξ αυτών μπορεί να την “ταράξει” ή να δημιουργήσει συνθήκες συγκράτησης τιμών, πόσο μάλλον αν είναι ο μεγαλύτερος, η ΔΕΗ, που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό δημόσιο μάνατζμεντ, διορισμένο από την κυβέρνηση Ν.Δ. Όμως, κερδοφορία και χρηματιστηριακές επιδόσεις βρίσκονται πιο ψηλά στις προτεραιότητες διοίκησης-κυβέρνησης και νέων μετόχων-funds, όπως και η αύξηση του λειτουργικού κόστους, που επηρεάζει αρνητικά τα συνολικά κόστη.

Παράλληλα, το εσπευσμένο σβήσιμο των λιγνιτικών μονάδων που εξήγγειλε αιφνιδιαστικά το 2019 ο Κ. Μητσοτάκης και η διοίκηση της ΔΕΗ επιχείρησε να φέρει και νωρίτερα (2023), μετά την ευφορία που προκάλεσε το 2020 η κατάρρευση των τιμών αερίου, εν μέσω πανδημίας, στηρίζοντας το αφήγημα κατά του βρόμικου και ακριβού λιγνίτη, σήμερα έχει παγιδεύσει πρωτίστως τους καταναλωτές σε μια δυσβάσταχτη ακρίβεια, που μόνο προσωρινή δεν είναι. Με το ράλι των διεθνών τιμών φυσικού αερίου σε εξέλιξη εδώ και έξι μήνες, οι λιγνιτικές μονάδες είναι σαφέστατα ανταγωνιστικότερες έναντι των μονάδων αερίου, αλλά καθώς εγκαταλείπεται η παραγωγή λιγνίτη και οι μονάδες σβήνουν, ως επιχείρημα για την “πράσινη” μετάβαση, αλλά και ως εχέγγυο για τη ρευστότητα της ΔΕΗ, εξαφανίζονται οι επιλογές.

Λάθος επιλογές στις πλάτες των καταναλωτών

Στις στρατηγικά λανθασμένες αποφάσεις της προκλητικά αμειβόμενης διοίκησης της ΔΕΗ, για τις οποίες όμως στέλνει τον λογαριασμό στην ελληνική κοινωνία, αναφέρονται 48 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. που κατέθεσαν σχετική ερώτηση στη Βουλή.

Τονίζουν ότι, ενώ απειλείται η βιωσιμότητα των νοικοκυριών και των παραγωγικών δυνάμεων της Ελλάδας εξαιτίας της πρωτόγνωρης ακρίβειας στην ενέργεια και ειδικότερα στο ρεύμα, με ξεκάθαρη ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αποδεικνύεται πλέον περίτρανα ότι οι “επιτυχίες” της ΔΕΗ στο Χρηματιστήριο γίνονται στην πλάτη της ελληνικής κοινωνίας.

Συγκεκριμένα, αναδεικνύουν τη λανθασμένη απόφαση της διοίκησης της ΔΕΗ να θεωρήσει κανόνα και όχι συγκυρία τις χαμηλές τιμές φυσικού αερίου το 2020 και το πρώτο εξάμηνο του 2021 λόγω των παρατεταμένων lockdown, που την οδήγησε να προχωρήσει στη σύναψη μεγάλων δανείων με ρήτρα CO2.

Οι βουλευτές ζητούν από τη ΡΑΕ, ως οφείλει, να ελέγξει αν οι ενέργειες των τεσσάρων κύριων παραγωγών συνιστούν εναρμονισμένες πρακτικές στις περιόδους υψηλής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και στις ώρες αιχμής του συστήματος, ενώ σχολιάζουν πως δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της διοίκησης της ΔΕΗ άνοιξε την πόρτα σ’ αυτές τις πρακτικές, σημειώνοντας την ανάγκη απόδοσης ευθυνών για την πρόχειρη και λανθασμένη επιλογή της διοίκησης.